Συμμετοχή ΤΚ/ΤΕΕ στην Πράξη "ΛΑΕΡΤΗΣ" που έχει ενταχθεί στο Ε.Π. "Ιόνια Νησιά 2014-2020"

Εγγραφή στον Κατάλογο Πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Συμπληρώστε την αίτηση για την εγγραφή σας στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Εγγραφή

Mητρώο εθελοντών αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών

Συμπληρώστε την αίτηση στη φόρμα εγγραφής για το Μητρώο Εθελοντών Μηχανικών για την Αντιμετώπιση Φυσικών Καταστροφών.

Εγγραφή

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΚ/ΤΕΕ

Ο Κανονισμός της Βιβλιοθήκης του Περιφερειακού Τμήματος Κέρκυρας του ΤΕΕ. 

Περισσότερα

Οικισμοί Ν. Κέρκυρας

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Η αρχαία πόλη της Κέρκυρας, εγκαταστημένη σε απόσταση 4 χμ. νότια του σημερινού ιστορικού Κέντρου, εκτείνονταν περίπου στο κέντρο της σημερινής χερσονήσου του Κανονιού, που περιβάλλεται ΝΔ από την λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου και ΒΑ από τον κόλπο της Γαρίτσας, όπου αντίστοιχα βρίσκονταν τα δύο αρχαία λιμάνια της, το Υλλαϊκό λιμάνι και το λιμάνι του Αλκινόου. 

Η Κέρκυρα λόγω της γεωγραφικής, στρατηγικής θέσης που κατείχε στη Μεσόγειο αποτέλεσε σύντομα σταθμό των αποικιακών εξορμήσεων των Ελλήνων προς τη Δύση. Η πρώτη γνωστή ελληνική εγκατάσταση στην Κέρκυρα έγινε από αποίκους Ερετριείς από την Εύβοια περί το 750 π.Χ., οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μυχό του Υλλαϊκό λιμανιού. Αρχαιολογικά λείψανα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της βραχύβιας ευβοικής αποικίας δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί στο νησί. 

Το 734. π.Χ. θεωρείται η επικρατέστερη χρονολογία πραγματοποίησης του εποικισμού του νησιού από τους Κορίνθιους, υπό την αρχηγία του Βακχιάδη οικιστή Χερσικράτη. Με το δεύτερο αυτό αποικισμό η πόλη, η Χερσούπολις όπως ονομάστηκε, αυξήθηκε σε μέγεθος και επεκτάθηκε προς το μυχό του Υλλαϊκού λιμανιού. 

Το Υλλαϊκό λιμάνι, φυσικά διαμορφωμένο από έναν ευρύχωρο, υπήνεμο κόλπο, αποτέλεσε το πρώτο πολεμικό λιμάνι της πόλης που εξυπηρετούσε συγχρόνως και την εμπορική της κίνηση. Προοδευτικά το λιμάνι εξοπλίστηκε με τις απαραίτητες για τη λειτουργία του εγκαταστάσεις. Οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες εντόπισαν τα λείψανα νεωρίου (ταρσανάς, καρνάγιο), επιβεβαιώνοντας τη χρήση του λιμανιού από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική περίοδο. Σταδιακά το λιμάνι υποβαθμίστηκε εξαιτίας των προσχώσεων που σχηματίστηκαν από τη συσσώρευση της λάσπης των ποταμών που εκβάλλουν σ’ αυτό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη με τη μεγάλη ναυτική, εμπορική ανάπτυξη και τις πολεμικές ανάγκες της πόλης, οδήγησαν τους Κερκυραίους στο να στρέψουν την προσοχή τους στο δεύτερο φυσικό λιμάνι της χερσονήσου, στο λιμάνι του Αλκινόου. Στην αρχαιότητα η θάλασσα εισχωρούσε βαθύτερα στη στεριά και η ακτογραμμή διέγραφε έναν κόλπο με στενό άνοιγμα. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. το λιμάνι συμπληρώθηκε με λιμενικές εγκαταστάσεις, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα σκευοθήκης και νεωρίου, λείψανα των οποίων εντοπίστηκαν στην περιοχή της Παλαιόπολης και κοντά στην εκκλησία Τριμάρτυρος, πιστοποιώντας τη χρήση του λιμανιού από τους αρχαϊκούς χρόνους έως τον 1ο αι. π.Χ. οπότε όλη η πόλη καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Αγρίππα. Για την προστασία της στενής εισόδου του λιμανιού κατασκευάστηκαν λιμενοβραχίονες. Ανασκαφικά εντοπίστηκε κάτω από τα θεμέλια της εκκλησιάς του Αγ. Αθανασίου (18ου αι.) ο λιμενοβραχίονας του οποίου το ανατολικό άκρο κατέληγε σε ορθογώνιο πύργο κτισμένο κατά το ισόδομο σύστημα. 
Η πληροφορία που αναφέρει ο Σκύλαξ στο έργο του ότι η πόλη διέθετε ένα τρίτο λιμάνι δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα ανασκαφικά. 

Κατά την κλασσική περίοδο η αρχαία πόλη τειχίστηκε στα βόρεια. Το τείχος, έχοντας ως αφετηρία το Υλλαϊκό λιμάνι κατευθύνονταν προς τα ανατολικά και κατέληγε στο λιμάνι του Αλκινόου. Κοντά στο λιμάνι υπήρχε πύλη την οποία προστάτευε πύργος που σώζεται μέχρι και σήμερα. Ο πύργος αυτός, γνωστός ως πύργος της Νεραντζίχας, είναι κτισμένος κατά το ισόδομο σύστημα (4ος αι. π.Χ.) και διέφυγε την καταστροφή επειδή είχε ενσωματωθεί στην ομώνυμη βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας. Στο νότιο άκρο της χερσονήσου βρίσκεται τμήμα τείχους και πύλης, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι μέχρι την περιοχή αυτή εκτείνονταν η αρχαία πόλη. Η Ακρόπολη της πόλης θεωρητικά τοποθετείται στα ανατολικά της χερσονήσου, στην Ανάληψη, όπου υπάρχει λοφίσκος στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγ. Μαρίνας. Ωστόσο η άποψη αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί ανασκαφικά. 

Κοντά στο λιμάνι του Αλκινόου, στη σημερινή Παλαιόπολη (ονομασία μεταγενέστερη για την αρχαία πόλη), βρίσκονταν η Αγορά της αρχαίας πόλης στην οποία υπήρχαν τα ιερά, τα δημόσια κτίρια, και οι κατοικίες των εύπορων πολιτών. Το σχέδιο της αγοράς δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη με σαφήνεια. Πιθανά όμως τα λείψανα που εντοπίστηκαν κατά την διενέργεια των συστηματικών ανασκαφών ανήκαν σε ιερά. Κατά την ρωμαϊκή εποχή τα γνωστά σημαντικά κτίρια που ιδρύθηκαν στην αγορά ήταν ένα ωδείο και μια εξέδρα. Μεταγενέστερα, κατά τον 2ο αι. μ.Χ. κοντά στην αγορά κτίστηκε λουτρικό συγκρότημα (Terme) με άριστο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, που διέθετε εγκαταστάσεις ψυχρών (frigidarium), χλιαρών (tepidarium) και θερμών (caldarium) λουτρών. 
Στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου, στο σημερινό κτήμα Mon Repos, κατά τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. κτίστηκε ένας μεγαλοπρεπής, δωρικός. Ασβεστολιθικός ναός της Ήρας με πήλινη κεράμωση που προστατεύονταν από ισχυρό περίβολο. Γύρω στο 430 π.Χ. ο ναός αυτός αντικαταστάθηκε από έναν κλασικό, ο οποίος καταστράφηκε στον 1ο αι. π.Χ. Νοτιοανατολικά και εκτός του Ηραίου, ιδρύθηκε ένα αρχαϊκό, υπαίθριο τέμενος αφιερωμένο στον Απόλλωνα Κορκυραίο, αποτελούμενο από έναν τραπεζιόσχημο περίβολο στο μέσο του οποίου υπάρχει τετράγωνος βωμός. Κατά την κλασική εποχή, εκτός του περιβόλου του ναού της Ήρας, ιδρύονται διάφορα βοηθητικά κτίρια με άγνωστη έως τώρα χρήση, ενώ κατά την ελληνιστική περίοδο προστίθεται ένα αναπαυτήριο για ξεκούραση των προσκυνητών. 
Σε απόσταση 300 μ. περίπου Ν.Α. του Ηραίου κτίστηκε περί το 500 π.Χ. ‘ο ναός του Καρδακίου’. Πρόκειται για ένα δωρικό ναό χωρίς οπισθόδομο, με έξι κίονες στις στέγες και έντεκα στις μακριές πλευρές. Στο δυτικό τμήμα του σηκού υπήρχε μια εσχάρα ή ένας βωμός που υποδηλώνει τον χθόνιο χαρακτήρα του ναού. Ωστόσο ο ναός μέχρι σήμερα δεν έχει αποδοθεί σε συγκεκριμένη θεότητα. 

Σε απόσταση 200 μ. περίπου, ανατολικά από τον πύργο της Νεραντζίχας, κοντά στο Υλλαϊκό λιμάνι, στην σημερινή περιοχή των Αγ. Θεοδώρων, υπήρχε αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Άρτεμη που χρονολογείται το 590 - 580 π.Χ. Πρόκειται για ένα δωρικό, ψευδοδίπτερο ναό με πρόναο, τρίκλιτο σηκό και οπισθόδομο με οκτώ κίονες στις στενές και δεκαεπτά στις μακριές πλευρές. Ο ναός ήταν κατασκευασμένος από πωρόλιθο και είχε πήλινη στέγη, η οποία αντικαταστάθηκε γύρω στο 530 π.Χ από μαρμάρινη. Από το Αρτεμίσιο σώζεται το δυτικό αέτωμα, που είναι το αρχαιότερο σωζόμενο λίθινο αέτωμα απεικονίζοντας την Γοργώ - Μέδουσα μαζί με τα παιδιά της Πήγασο και Χρυσάωρα. 
Ανατολικά του ναού ένας δρόμος 28 μ. οδηγούσε σε έναν βωμό το στηθαίο του οποίου κοσμούνταν με τρίγλυφα και μετώπες εναλλάξ. 
Βορειοανατολικά του Αρτεμισίου, σε απόσταση 150 μ. περίπου εντοπίστηκαν τα λείψανα ενός τρίτου ιερού που αποτελείται από ένα ναό του οποίου αποκαλύφθηκε μόνο ο σηκός και από το βωμό που βρίσκεται στα ανατολικά. Ο ναός και ο βωμός χρονολογούνται στο β’ μισό του 5ου αι. π.Χ. και αποδόθηκαν με επιφυλάξεις στο ιερό του Απόλλωνα Πυθαίου στο οποίο πιθανά ανήκει και το σήμα οριοθέτησης του ιερού με την επιγραφή ‘ΡΟΟΣ ΠΥΘΑΙΟΣ’. 
Η ανεύρεση ενός τμήματος πώρινου αετώματος με παράσταση διονυσιακού συμποσίου στη σημερινή συνοικία Φιγαρέτο στο Κανόνι, επιτρέπει την υπόθεση ‘ότι εκεί κοντά υπήρχε το ιερό του Διονύσου. Δυστυχώς το τέμενος του Διός, του Αλκινόου και το ιερό των Διοσκούρων που μνημονεύονται από φιλολογικές μαρτυρίες δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί ανασκαφικά. 

Η πολεοδομία της αρχαίας πόλης βασίστηκε στο ‘ιπποδάμειο σύστημα’, συμφωνα με το οποίο πλατείς δρόμοι (πλατείες) ξεκινούσαν από την αγορά με κατεύθυνση από βόρεια προς τα νότια και τέμνονταν κάθετα με στενότερους δρόμους (στενωπούς) που είχαν κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά. 

Τα ανασκαφικά δεδομένα που αφορούν στην οικιστική αρχιτεκτονική της αρχαίας πόλης αποδεικνύουν ότι οι κατοικίες ήταν κτισμένες σε συνοικίες. Μάλιστα πιστοποιείται ότι οι εύπορες τάξεις κατοικούσαν γύρω από την περιοχή της αγοράς και οι ιδιωτικές αυτές κατοικίες που χρονολογούνται από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή περίοδο περιείχαν αυλές, λουτρά και περιστύλια. Αντίθετα, οι ανήκοντες στις παραγωγικές τάξεις και οι δούλοι κατοικούσαν γύρω από την περιοχή του Υλλαϊκού λιμανιού και οι κατοικίες τους αποτελούταν από λίγα απλά δωμάτια που κατανέμονται γύρω από μια αυλή με πηγάδι, εξυπηρετώντας τις βασικές μόνο ανάγκες διαβίωσης. 

Για τα έργα κοινής ωφέλειας όπως η ύδρευση και η αποχέτευση, οι ενδείξεις είναι πολύ αποσπασματικές. Τα υδραγωγεία της αρχαίας πόλης δεν έχουν εντοπιστεί ανασκαφικά. Υποθετικά τοποθετούνται στην περιοχή του Καρδακίου. Η ύπαρξη τους όμως επιβεβαιώνεται διαμέσου της παρουσίας φρεατίων και πήλινων αγωγών που αποκαλύπτονται σε πολλές θέσεις. 

Ανατολικά του Υλλαϊκού λιμανιού εντοπίστηκε το κεραμικό εργαστήριο της πόλης που τροφοδοτούσε την εσωτερική και την εξωτερική αγορά. Το εργαστήριο αυτό με διάρκεια ζωής από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή περίοδο, περιλάμβανε διώροφους κλιβάνους και όλους τους βοηθητικούς χώρους για την παραγωγή ποικίλων προϊόντων. Το βασικό είδος της παραγωγής του εργαστηρίου ήταν οι οξυπύθμενοι αμφορείς τύπου Β με τους οποίους μεταφέρονταν το κρασί και το λάδι που ήταν τα πιο σημαντικά προϊόντα εξαγωγής του νησιού. 

Κερκυραϊκοί αμφορείς του συγκεκριμένου τύπου βρέθηκαν στην Κάτω Ιταλία, τη Θάσο, την Κόρινθο, την Πέλλα, την Ολυμπία, την Αθήνα, τη Σέριφο, τη Λευκάδα, τη Μαγιόρκα, τη Βεγγάζη και την Αλεξάνδρεια, πιστοποιώντας την ευρεία εξάπλωση των προϊόντων αυτών, την εμπορική επέκταση των Κερκυραίων και την ισχυρή θέση που κατείχαν οι τελευταίοι στο διαμετακομιστικό εμπόριο. Ταυτόχρονα όμως κατασκεύαζε αγγεία καθημερινής χρήσης, λυχνάρια, κεράμους στέγης, μήτρες, ειδώλια και άλλα αντικείμενα εξυπηρετώντας τις λατρευτικές ανάγκες του κοινού. Στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου, νότια του Υλλαϊκού λιμανιού, και εκτός του νοτίου τείχους της αρχαίας πόλης, αποκαλύφθηκαν αποθέτες αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου που περιείχαν μεγάλο αριθμό πήλινων, γυναικείων ειδωλίων και άλλα αντικείμενα που προέρχονται από ιερά. Δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι στην Κέρκυρα από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. είχε αναπτυχθεί μια εγχώρια σχολή κοροπλαστικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής με επιδράσεις Κορινθιακής τέχνης. 

Κατά το τέλος του 6ου αι. π.Χ. η Κέρκυρα αποκτώντας την ανεξαρτησία της από την Μητρόπολη - Κόρινθο, ίδρυσε δικό της νομισματοκοπείο και έκοψε δικά της νομίσματα, γεγονός που φανερώνει ότι τη συγκεκριμένη στιγμή βρίσκονταν στη μέγιστη οικονομική και εμπορική ακμή, Τα πιο παλιά νομίσματα της Κέρκυρας εμφανίστηκαν σε έναν θησαυρό που βρέθηκε στον Τάραντα της Ιταλίας και σε έναν άλλο που βρέθηκε στο Assuyt της Αιγύπτου, αντανακλώντας τις ευρείες συναλλαγές του νησιού με τον ύστερο αρχαϊκό κόσμο της Μεσογείου. Πρώιμα κερκυραϊκά νομίσματα βρέθηκαν στην Κέρκυρα σε έναν θησαυρό που περιείχε 158 ασημένιους στατήρες και μια δραχμή που χρονολογούνται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Ο τύπος των πρώιμων κερκυραϊκών νομισμάτων φέρει στην κυρία όψη μια αγελάδα που θηλάζει ένα μοσχάρι, αντιγράφοντας πιθανά τα ευβοϊκά νομίσματα, ως κατάλοιπο της πρώτης αποίκησης της πόλης από τους Ευβοείς. Στην οπίσθια όψη φέρουν ένα έγκοιλο φυτικό μοτίβο γνωστό ως ‘κήποι του Αλκινόου’. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. εμφανίστηκε ποικιλία νομισματικών τύπων και κατά το β’ μισό του 4 ου αι. π.Χ. η Κέρκυρα έκοψε ασημένια νομίσματα που απεικονίζουν τον κορινθιακό Πήγασο. Πληθώρα κορινθιακών και κερκυραϊκών νομισμάτων του 4ου αι. π.Χ. εμπεριείχαν οι θησαυροί 510 και 506 ασημένιων νομισμάτων που πρόσφατα, το 1996 και το 1997 , αποκαλύφθηκαν αντίστοιχα στην περιοχή της Παλαιοπόλεως και στο Φιγαρέτο στο Κανόνι. Η κύρια όμως νομισματική παραγωγή ήταν η κοπή χάλκινων νομισμάτων κατά τον 3ο, 2ο και 1ο αι. π.Χ. Μετά το τέλος της ελληνιστικής περιόδου έως τον 3ο αι. μ.Χ., το νομισματοκοπείο της πόλης μεταφέρθηκε στην Κασσιώπη και από το 270 μ.Χ. κυκλοφόρησε ενιαίο σε τυπολογία και μετρολογία νόμισμα για όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. 

Έξω από το βόρειο τείχος της πόλης, βορειοδυτικά του λιμανιού του Αλκινόου, στη σημερινή περιοχή της Γαρίτσας, εκτείνονταν το νεκροταφείο της πόλης. Στην αρχαιότητα στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρχε εκτεταμένη, αμμώδης παραλία. Το νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής, κλασσικής και ελληνιστικής εποχής, ενώ κατά την ρωμαϊκή περίοδο η χρήση του ήταν περιορισμένη. Κατά την αρχαϊκή εποχή οι νεκροί τοποθετούνταν μέσα σε μεγάλους πίθους που καλύπτονταν με λίθινα πώματα (εγχυτρισμοί), θάβονταν απευθείας στο έδαφος ή καίγονταν σε πυρές. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατασκευάζονταν λίθινοι περίβολοι που προστάτευαν ταφικά μνημεία. Μέσα στους τάφους όλων των τύπων τοποθετούνταν πήλινα αγγεία και πιο σπάνια αντικείμενα προσωπικής χρήσης. Πάνω στους τάφους τοποθετούνταν απλά ή πολυτελή σήματα που μερικές φορές ήταν έργα τέχνης όπως το ‘λιοντάρι του Μενεκράτους’. Άξιο μνείας είναι επίσης το κυκλικό κενοτάφιο που οικοδομήθηκε προς τιμή του προξένου Μενεκράτη. Πιο αποσπασματική είναι η εικόνα του νεκροταφείου κατά την κλασική , την ελληνιστική και την ρωμαϊκή περίοδο επειδή τα ανώτερα στρώματα καταστράφηκαν από τις σύγχρονες επεμβάσεις. 
Επίσης μερικοί τάφοι κλασικής περιόδου εντοπίστηκαν στη νότια περιοχή της χερσονήσου πιστοποιώντας την άποψη ότι η περιοχή αυτή βρίσκονταν εκτός της περιοχής που εκτείνονταν η αρχαία πόλη. 
Η οριστική εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, γεγονός που οδήγησε στη σταδιακή μετακίνηση των κατοίκων προς το σημερινό Παλαιό Φρούριο, για λόγους αμυντικούς. 

Η καταστροφή που υπέστη η αρχαία πόλη από την εποχή κυρίως της ενετοκρατίας και έπειτα συνετέλεσε ώστε οι γνώσεις, που προέρχονται από την ανασκαφική, να είναι ελλιπείς. 


Βρείτε μας στο Facebook
Ακολουθήστε μας στο twitter
Λάβετε ειδοποιήσεις RSS