Mητρώο εθελοντών αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών

Συμπληρώστε την αίτηση στη φόρμα εγγραφής για το Μητρώο Εθελοντών Μηχανικών για την Αντιμετώπιση Φυσικών Καταστροφών.

Εγγραφή

Βιντεοσκόπηση

Έρευνα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες των μηχανικών

Συμμετέχετε συμπληρώνοντας τη φόρμα για την Έρευνα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες των μηχανικών.

Συμμετοχή

Εγγραφή στον Κατάλογο Πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Συμπληρώστε την αίτηση για την εγγραφή σας στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Εγγραφή

Εγγραφή στα Σ.Υ.Π.Ο.Θ.Α. και Σ.Α.

Συμπληρώστε την αίτηση για την εγγραφή σας στα Συμβούλια Πολεοδομικών θεμάτων & Αμφισβητήσεων – ΣΥΠΟΘΑ και Συμβούλια Αρχιτεκτονικής - ΣΑ

Περισσότερα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΚ/ΤΕΕ

Η αρχαία πόλη της Κέρκυρας, εγκαταστημένη σε απόσταση 4 χμ. νότια του σημερινού ιστορικού Κέντρου, εκτείνονταν περίπου στο κέντρο της σημερινής χερσονήσου του Κανονιού, που περιβάλλεται ΝΔ από την λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου και ΒΑ από τον κόλπο της Γαρίτσας, όπου αντίστοιχα βρίσκονταν τα δύο αρχαία λιμάνια της, το Υλλαϊκό λιμάνι και το λιμάνι του Αλκινόου. 

Η Κέρκυρα λόγω της γεωγραφικής, στρατηγικής θέσης που κατείχε στη Μεσόγειο αποτέλεσε σύντομα σταθμό των αποικιακών εξορμήσεων των Ελλήνων προς τη Δύση. Η πρώτη γνωστή ελληνική εγκατάσταση στην Κέρκυρα έγινε από αποίκους Ερετριείς από την Εύβοια περί το 750 π.Χ., οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μυχό του Υλλαϊκό λιμανιού. Αρχαιολογικά λείψανα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της βραχύβιας ευβοικής αποικίας δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί στο νησί. 

Το 734. π.Χ. θεωρείται η επικρατέστερη χρονολογία πραγματοποίησης του εποικισμού του νησιού από τους Κορίνθιους, υπό την αρχηγία του Βακχιάδη οικιστή Χερσικράτη. Με το δεύτερο αυτό αποικισμό η πόλη, η Χερσούπολις όπως ονομάστηκε, αυξήθηκε σε μέγεθος και επεκτάθηκε προς το μυχό του Υλλαϊκού λιμανιού. 

Το Υλλαϊκό λιμάνι, φυσικά διαμορφωμένο από έναν ευρύχωρο, υπήνεμο κόλπο, αποτέλεσε το πρώτο πολεμικό λιμάνι της πόλης που εξυπηρετούσε συγχρόνως και την εμπορική της κίνηση. Προοδευτικά το λιμάνι εξοπλίστηκε με τις απαραίτητες για τη λειτουργία του εγκαταστάσεις. Οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες εντόπισαν τα λείψανα νεωρίου (ταρσανάς, καρνάγιο), επιβεβαιώνοντας τη χρήση του λιμανιού από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική περίοδο. Σταδιακά το λιμάνι υποβαθμίστηκε εξαιτίας των προσχώσεων που σχηματίστηκαν από τη συσσώρευση της λάσπης των ποταμών που εκβάλλουν σ’ αυτό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη με τη μεγάλη ναυτική, εμπορική ανάπτυξη και τις πολεμικές ανάγκες της πόλης, οδήγησαν τους Κερκυραίους στο να στρέψουν την προσοχή τους στο δεύτερο φυσικό λιμάνι της χερσονήσου, στο λιμάνι του Αλκινόου. Στην αρχαιότητα η θάλασσα εισχωρούσε βαθύτερα στη στεριά και η ακτογραμμή διέγραφε έναν κόλπο με στενό άνοιγμα. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. το λιμάνι συμπληρώθηκε με λιμενικές εγκαταστάσεις, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα σκευοθήκης και νεωρίου, λείψανα των οποίων εντοπίστηκαν στην περιοχή της Παλαιόπολης και κοντά στην εκκλησία Τριμάρτυρος, πιστοποιώντας τη χρήση του λιμανιού από τους αρχαϊκούς χρόνους έως τον 1ο αι. π.Χ. οπότε όλη η πόλη καταστράφηκε από τα στρατεύματα του Αγρίππα. Για την προστασία της στενής εισόδου του λιμανιού κατασκευάστηκαν λιμενοβραχίονες. Ανασκαφικά εντοπίστηκε κάτω από τα θεμέλια της εκκλησιάς του Αγ. Αθανασίου (18ου αι.) ο λιμενοβραχίονας του οποίου το ανατολικό άκρο κατέληγε σε ορθογώνιο πύργο κτισμένο κατά το ισόδομο σύστημα. 
Η πληροφορία που αναφέρει ο Σκύλαξ στο έργο του ότι η πόλη διέθετε ένα τρίτο λιμάνι δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα ανασκαφικά. 

Κατά την κλασσική περίοδο η αρχαία πόλη τειχίστηκε στα βόρεια. Το τείχος, έχοντας ως αφετηρία το Υλλαϊκό λιμάνι κατευθύνονταν προς τα ανατολικά και κατέληγε στο λιμάνι του Αλκινόου. Κοντά στο λιμάνι υπήρχε πύλη την οποία προστάτευε πύργος που σώζεται μέχρι και σήμερα. Ο πύργος αυτός, γνωστός ως πύργος της Νεραντζίχας, είναι κτισμένος κατά το ισόδομο σύστημα (4ος αι. π.Χ.) και διέφυγε την καταστροφή επειδή είχε ενσωματωθεί στην ομώνυμη βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας. Στο νότιο άκρο της χερσονήσου βρίσκεται τμήμα τείχους και πύλης, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι μέχρι την περιοχή αυτή εκτείνονταν η αρχαία πόλη. Η Ακρόπολη της πόλης θεωρητικά τοποθετείται στα ανατολικά της χερσονήσου, στην Ανάληψη, όπου υπάρχει λοφίσκος στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγ. Μαρίνας. Ωστόσο η άποψη αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί ανασκαφικά. 

Κοντά στο λιμάνι του Αλκινόου, στη σημερινή Παλαιόπολη (ονομασία μεταγενέστερη για την αρχαία πόλη), βρίσκονταν η Αγορά της αρχαίας πόλης στην οποία υπήρχαν τα ιερά, τα δημόσια κτίρια, και οι κατοικίες των εύπορων πολιτών. Το σχέδιο της αγοράς δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη με σαφήνεια. Πιθανά όμως τα λείψανα που εντοπίστηκαν κατά την διενέργεια των συστηματικών ανασκαφών ανήκαν σε ιερά. Κατά την ρωμαϊκή εποχή τα γνωστά σημαντικά κτίρια που ιδρύθηκαν στην αγορά ήταν ένα ωδείο και μια εξέδρα. Μεταγενέστερα, κατά τον 2ο αι. μ.Χ. κοντά στην αγορά κτίστηκε λουτρικό συγκρότημα (Terme) με άριστο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, που διέθετε εγκαταστάσεις ψυχρών (frigidarium), χλιαρών (tepidarium) και θερμών (caldarium) λουτρών. 
Στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου, στο σημερινό κτήμα Mon Repos, κατά τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. κτίστηκε ένας μεγαλοπρεπής, δωρικός. Ασβεστολιθικός ναός της Ήρας με πήλινη κεράμωση που προστατεύονταν από ισχυρό περίβολο. Γύρω στο 430 π.Χ. ο ναός αυτός αντικαταστάθηκε από έναν κλασικό, ο οποίος καταστράφηκε στον 1ο αι. π.Χ. Νοτιοανατολικά και εκτός του Ηραίου, ιδρύθηκε ένα αρχαϊκό, υπαίθριο τέμενος αφιερωμένο στον Απόλλωνα Κορκυραίο, αποτελούμενο από έναν τραπεζιόσχημο περίβολο στο μέσο του οποίου υπάρχει τετράγωνος βωμός. Κατά την κλασική εποχή, εκτός του περιβόλου του ναού της Ήρας, ιδρύονται διάφορα βοηθητικά κτίρια με άγνωστη έως τώρα χρήση, ενώ κατά την ελληνιστική περίοδο προστίθεται ένα αναπαυτήριο για ξεκούραση των προσκυνητών. 
Σε απόσταση 300 μ. περίπου Ν.Α. του Ηραίου κτίστηκε περί το 500 π.Χ. ‘ο ναός του Καρδακίου’. Πρόκειται για ένα δωρικό ναό χωρίς οπισθόδομο, με έξι κίονες στις στέγες και έντεκα στις μακριές πλευρές. Στο δυτικό τμήμα του σηκού υπήρχε μια εσχάρα ή ένας βωμός που υποδηλώνει τον χθόνιο χαρακτήρα του ναού. Ωστόσο ο ναός μέχρι σήμερα δεν έχει αποδοθεί σε συγκεκριμένη θεότητα. 

Σε απόσταση 200 μ. περίπου, ανατολικά από τον πύργο της Νεραντζίχας, κοντά στο Υλλαϊκό λιμάνι, στην σημερινή περιοχή των Αγ. Θεοδώρων, υπήρχε αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Άρτεμη που χρονολογείται το 590 - 580 π.Χ. Πρόκειται για ένα δωρικό, ψευδοδίπτερο ναό με πρόναο, τρίκλιτο σηκό και οπισθόδομο με οκτώ κίονες στις στενές και δεκαεπτά στις μακριές πλευρές. Ο ναός ήταν κατασκευασμένος από πωρόλιθο και είχε πήλινη στέγη, η οποία αντικαταστάθηκε γύρω στο 530 π.Χ από μαρμάρινη. Από το Αρτεμίσιο σώζεται το δυτικό αέτωμα, που είναι το αρχαιότερο σωζόμενο λίθινο αέτωμα απεικονίζοντας την Γοργώ - Μέδουσα μαζί με τα παιδιά της Πήγασο και Χρυσάωρα. 
Ανατολικά του ναού ένας δρόμος 28 μ. οδηγούσε σε έναν βωμό το στηθαίο του οποίου κοσμούνταν με τρίγλυφα και μετώπες εναλλάξ. 
Βορειοανατολικά του Αρτεμισίου, σε απόσταση 150 μ. περίπου εντοπίστηκαν τα λείψανα ενός τρίτου ιερού που αποτελείται από ένα ναό του οποίου αποκαλύφθηκε μόνο ο σηκός και από το βωμό που βρίσκεται στα ανατολικά. Ο ναός και ο βωμός χρονολογούνται στο β’ μισό του 5ου αι. π.Χ. και αποδόθηκαν με επιφυλάξεις στο ιερό του Απόλλωνα Πυθαίου στο οποίο πιθανά ανήκει και το σήμα οριοθέτησης του ιερού με την επιγραφή ‘ΡΟΟΣ ΠΥΘΑΙΟΣ’. 
Η ανεύρεση ενός τμήματος πώρινου αετώματος με παράσταση διονυσιακού συμποσίου στη σημερινή συνοικία Φιγαρέτο στο Κανόνι, επιτρέπει την υπόθεση ‘ότι εκεί κοντά υπήρχε το ιερό του Διονύσου. Δυστυχώς το τέμενος του Διός, του Αλκινόου και το ιερό των Διοσκούρων που μνημονεύονται από φιλολογικές μαρτυρίες δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί ανασκαφικά. 

Η πολεοδομία της αρχαίας πόλης βασίστηκε στο ‘ιπποδάμειο σύστημα’, συμφωνα με το οποίο πλατείς δρόμοι (πλατείες) ξεκινούσαν από την αγορά με κατεύθυνση από βόρεια προς τα νότια και τέμνονταν κάθετα με στενότερους δρόμους (στενωπούς) που είχαν κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά. 

Τα ανασκαφικά δεδομένα που αφορούν στην οικιστική αρχιτεκτονική της αρχαίας πόλης αποδεικνύουν ότι οι κατοικίες ήταν κτισμένες σε συνοικίες. Μάλιστα πιστοποιείται ότι οι εύπορες τάξεις κατοικούσαν γύρω από την περιοχή της αγοράς και οι ιδιωτικές αυτές κατοικίες που χρονολογούνται από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή περίοδο περιείχαν αυλές, λουτρά και περιστύλια. Αντίθετα, οι ανήκοντες στις παραγωγικές τάξεις και οι δούλοι κατοικούσαν γύρω από την περιοχή του Υλλαϊκού λιμανιού και οι κατοικίες τους αποτελούταν από λίγα απλά δωμάτια που κατανέμονται γύρω από μια αυλή με πηγάδι, εξυπηρετώντας τις βασικές μόνο ανάγκες διαβίωσης. 

Για τα έργα κοινής ωφέλειας όπως η ύδρευση και η αποχέτευση, οι ενδείξεις είναι πολύ αποσπασματικές. Τα υδραγωγεία της αρχαίας πόλης δεν έχουν εντοπιστεί ανασκαφικά. Υποθετικά τοποθετούνται στην περιοχή του Καρδακίου. Η ύπαρξη τους όμως επιβεβαιώνεται διαμέσου της παρουσίας φρεατίων και πήλινων αγωγών που αποκαλύπτονται σε πολλές θέσεις. 

Ανατολικά του Υλλαϊκού λιμανιού εντοπίστηκε το κεραμικό εργαστήριο της πόλης που τροφοδοτούσε την εσωτερική και την εξωτερική αγορά. Το εργαστήριο αυτό με διάρκεια ζωής από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή περίοδο, περιλάμβανε διώροφους κλιβάνους και όλους τους βοηθητικούς χώρους για την παραγωγή ποικίλων προϊόντων. Το βασικό είδος της παραγωγής του εργαστηρίου ήταν οι οξυπύθμενοι αμφορείς τύπου Β με τους οποίους μεταφέρονταν το κρασί και το λάδι που ήταν τα πιο σημαντικά προϊόντα εξαγωγής του νησιού. 

Κερκυραϊκοί αμφορείς του συγκεκριμένου τύπου βρέθηκαν στην Κάτω Ιταλία, τη Θάσο, την Κόρινθο, την Πέλλα, την Ολυμπία, την Αθήνα, τη Σέριφο, τη Λευκάδα, τη Μαγιόρκα, τη Βεγγάζη και την Αλεξάνδρεια, πιστοποιώντας την ευρεία εξάπλωση των προϊόντων αυτών, την εμπορική επέκταση των Κερκυραίων και την ισχυρή θέση που κατείχαν οι τελευταίοι στο διαμετακομιστικό εμπόριο. Ταυτόχρονα όμως κατασκεύαζε αγγεία καθημερινής χρήσης, λυχνάρια, κεράμους στέγης, μήτρες, ειδώλια και άλλα αντικείμενα εξυπηρετώντας τις λατρευτικές ανάγκες του κοινού. Στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου, νότια του Υλλαϊκού λιμανιού, και εκτός του νοτίου τείχους της αρχαίας πόλης, αποκαλύφθηκαν αποθέτες αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου που περιείχαν μεγάλο αριθμό πήλινων, γυναικείων ειδωλίων και άλλα αντικείμενα που προέρχονται από ιερά. Δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι στην Κέρκυρα από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. είχε αναπτυχθεί μια εγχώρια σχολή κοροπλαστικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής με επιδράσεις Κορινθιακής τέχνης. 

Κατά το τέλος του 6ου αι. π.Χ. η Κέρκυρα αποκτώντας την ανεξαρτησία της από την Μητρόπολη - Κόρινθο, ίδρυσε δικό της νομισματοκοπείο και έκοψε δικά της νομίσματα, γεγονός που φανερώνει ότι τη συγκεκριμένη στιγμή βρίσκονταν στη μέγιστη οικονομική και εμπορική ακμή, Τα πιο παλιά νομίσματα της Κέρκυρας εμφανίστηκαν σε έναν θησαυρό που βρέθηκε στον Τάραντα της Ιταλίας και σε έναν άλλο που βρέθηκε στο Assuyt της Αιγύπτου, αντανακλώντας τις ευρείες συναλλαγές του νησιού με τον ύστερο αρχαϊκό κόσμο της Μεσογείου. Πρώιμα κερκυραϊκά νομίσματα βρέθηκαν στην Κέρκυρα σε έναν θησαυρό που περιείχε 158 ασημένιους στατήρες και μια δραχμή που χρονολογούνται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Ο τύπος των πρώιμων κερκυραϊκών νομισμάτων φέρει στην κυρία όψη μια αγελάδα που θηλάζει ένα μοσχάρι, αντιγράφοντας πιθανά τα ευβοϊκά νομίσματα, ως κατάλοιπο της πρώτης αποίκησης της πόλης από τους Ευβοείς. Στην οπίσθια όψη φέρουν ένα έγκοιλο φυτικό μοτίβο γνωστό ως ‘κήποι του Αλκινόου’. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. εμφανίστηκε ποικιλία νομισματικών τύπων και κατά το β’ μισό του 4 ου αι. π.Χ. η Κέρκυρα έκοψε ασημένια νομίσματα που απεικονίζουν τον κορινθιακό Πήγασο. Πληθώρα κορινθιακών και κερκυραϊκών νομισμάτων του 4ου αι. π.Χ. εμπεριείχαν οι θησαυροί 510 και 506 ασημένιων νομισμάτων που πρόσφατα, το 1996 και το 1997 , αποκαλύφθηκαν αντίστοιχα στην περιοχή της Παλαιοπόλεως και στο Φιγαρέτο στο Κανόνι. Η κύρια όμως νομισματική παραγωγή ήταν η κοπή χάλκινων νομισμάτων κατά τον 3ο, 2ο και 1ο αι. π.Χ. Μετά το τέλος της ελληνιστικής περιόδου έως τον 3ο αι. μ.Χ., το νομισματοκοπείο της πόλης μεταφέρθηκε στην Κασσιώπη και από το 270 μ.Χ. κυκλοφόρησε ενιαίο σε τυπολογία και μετρολογία νόμισμα για όλη την ρωμαϊκή επικράτεια. 

Έξω από το βόρειο τείχος της πόλης, βορειοδυτικά του λιμανιού του Αλκινόου, στη σημερινή περιοχή της Γαρίτσας, εκτείνονταν το νεκροταφείο της πόλης. Στην αρχαιότητα στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρχε εκτεταμένη, αμμώδης παραλία. Το νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής, κλασσικής και ελληνιστικής εποχής, ενώ κατά την ρωμαϊκή περίοδο η χρήση του ήταν περιορισμένη. Κατά την αρχαϊκή εποχή οι νεκροί τοποθετούνταν μέσα σε μεγάλους πίθους που καλύπτονταν με λίθινα πώματα (εγχυτρισμοί), θάβονταν απευθείας στο έδαφος ή καίγονταν σε πυρές. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατασκευάζονταν λίθινοι περίβολοι που προστάτευαν ταφικά μνημεία. Μέσα στους τάφους όλων των τύπων τοποθετούνταν πήλινα αγγεία και πιο σπάνια αντικείμενα προσωπικής χρήσης. Πάνω στους τάφους τοποθετούνταν απλά ή πολυτελή σήματα που μερικές φορές ήταν έργα τέχνης όπως το ‘λιοντάρι του Μενεκράτους’. Άξιο μνείας είναι επίσης το κυκλικό κενοτάφιο που οικοδομήθηκε προς τιμή του προξένου Μενεκράτη. Πιο αποσπασματική είναι η εικόνα του νεκροταφείου κατά την κλασική , την ελληνιστική και την ρωμαϊκή περίοδο επειδή τα ανώτερα στρώματα καταστράφηκαν από τις σύγχρονες επεμβάσεις. 
Επίσης μερικοί τάφοι κλασικής περιόδου εντοπίστηκαν στη νότια περιοχή της χερσονήσου πιστοποιώντας την άποψη ότι η περιοχή αυτή βρίσκονταν εκτός της περιοχής που εκτείνονταν η αρχαία πόλη. 
Η οριστική εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, γεγονός που οδήγησε στη σταδιακή μετακίνηση των κατοίκων προς το σημερινό Παλαιό Φρούριο, για λόγους αμυντικούς. 

Η καταστροφή που υπέστη η αρχαία πόλη από την εποχή κυρίως της ενετοκρατίας και έπειτα συνετέλεσε ώστε οι γνώσεις, που προέρχονται από την ανασκαφική, να είναι ελλιπείς. 

Μνημείο Μενεκράτη. 

Το ταφικό μνημείο (κενοτάφειο) για τον Μενεκράτη, με κυκλική ορατή λιθοδομή και κωνική στέγη χρονολογείται από το 600 π.Χ. Η αρχαία επιγραφή στη στέψη του λίθινου τοίχου πληροφορεί ότι ο Μενεκράτης ήταν πρόξενος της Κέρκυρα στην πατρίδα του, την Οιάνθεια, που έχασε τη ζωή του στην θάλασσα (περί το 600 π.Χ.). Οι Κερκυραίοι έχτισαν αυτό το μνημείο σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. 

Ταφικοί περίβολοι. 
Αρχαϊκών χρόνων ταφικοί περίβολοι σχήματος Π, τοποθετημένοι στα αριστερά δρόμου που περνούσε μπροστά από το μνημείο του Μενεκτάτη. Στον δρόμο , που κατέληγε σε μία από τις πύλες της αρχαίας πόλης, ευρίσκονται και αρκετά άλλα ταφικά μνημεία της αρχαίας Νεκρόπολης. 
Πύργος ‘Αγ. Αθανασίου’. 
Ένας από τους πύργους του οχυρωματικού περιβόλου του λιμανιού της αρχαίας πόλης, γνωστού ως ‘Λιμάνι Αλκινόου’. Ανακαλύφθηκε στα θεμέλια της εκκλησίας του Αγ. Αθανασίου, κατασκευής του 18ου αιώνα. 

Νεώριο. 
Διαφόρων περιόδων ευρήματα, Ελληνιστικών χρόνων (3ος-1ος αιώνας π.Χ.) τμήμα του Νεωρίου του λιμανιού της αρχαίας πόλης, Κλασσικών χρόνων (4ος αιώνας π.Χ.) τμήματα κτιρίων και Ρωμαϊκών χρόνων (1ος - 2ος αιώνας μ.Χ.) τμήμα πλακόστρωτου από το Ρωμαϊκό Forum Ρωμαϊκά λουτρά. 
Ερείπια Ρωμαϊκών λουτρών 3ου - 4ου αιώνα μ.Χ. και τμήμα θεμελίωσης προγενέστερων κατασκευών. 

‘Ηραίο’ 

Περίβολος αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων και προσκτίσματα ιερού, ταυτιζόμενου με το ιερό της Ήρας της Ακραίας. 

Ναός Καρδακίου. 
Υστεροαρχαϊκός (περί το 500 π.Χ.) ναός δωρικού ρυθμού, με έντεκα μονολιθικά υποστυλώματα κατά μήκος της κάθε μακριάς πλευράς και έξι σε κάθε στενή πλευρά. Ο Ναός είναι αφιερωμένος σε αταύτιστη θεότητα. Ναός Αρτέμιδος Γοργούς 
Από τους προϊμότερους ολόλιθους δωρικούς ναούς με δεκαεπτά υποστυλώματα σε κάθε μακριά πλευρά και έξι σε κάθε εγκάρσια. Ο Ναός, με τον καλοδιατηρημένο, τεράστιο βωμό, χτίστηκε το 590-580 π.Χ. από πορώδεις ασβεστόλιθους. Η εντυπωσιακή παράσταση του ανάγλυφου αετώματος της Δυτικής όψης βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο. 

Πύργος της Νεραντζίχας 
Ένας από τους πύργους του οχυρωματικού περιβόλου της αρχαίας πόλης (5ος - 4ος αι. π.Χ.), που διασώθηκε επειδή ενσωματώθηκε αργότερα στον Ναό της Παναγίας της Νεραντζίχας. 

Αρχαία Πόλη 
Τμήματα πολεοδομικού ιστού (δρόμοι, θεμέλια κτιρίων, κ.λ.π.) της αρχαϊκής, κλασσικής και ελληνιστικής Κέρκυρας. 

Χώρος ανεύρεσης αετώματος 
Το υστεραρχαϊκό πώρινο αέτωμα (περί το 500 π.Χ.) φέρει διακόσμηση με παράσταση Διονυσιακού Συμποσίου. 

Νεώσοικος 
Τμήμα λιμενικών εγκαταστάσεων του ‘Υλλαϊκού’ λιμανιού της αρχαίας πόλης, που χρησίμευε ως χώρος ανέλκυσης πλοίων κατά τη χειμερινή περίοδο. 

Τμήμα οχυρωματικού τείχους 
Τμήμα του οχυρωματικού νότιου τείχους της αρχαίας πόλης. 

Χώρος ανεύρεσης πήλινων ειδωλίων 
Αποθετής πήλινων ειδωλίων από το αρχαϊκό μικρό ιερό της Αρτέμιδος. 

Θεμέλια κτιρίου 
Θεμέλια δωρικού κτιρίου (στοάς ή ναού), που αποκαλύφθηκαν κάτω από το δάπεδο της εκκλησίας της Παναγίας Κασσωπίτρας. 

 

Η αρχαιολογική σας περιπλάνηση που μπορεί να εναλλάσσεται παρεμβολές, αρχίζει από τον Ανεμόμυλο και αναπτύσσεται κυρίως στην Παλαιόπολη, στην αρχή της χερσονήσου του Κανονιού, στα όρια του όρμου της Γαρίτσας, όπου βρισκόταν η θέση της αρχαίας πόλης. 

Η βασική διαδρομή περιλαμβάνει την περιήγηση στα σημαντικότερα από τα Μνημεία της ευρύτερης περιοχής της Παλαιόπολης. Κλασσικής, ρωμαϊκής, παλαιοχριστιανικής. Βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου Μνημεία, εγκατεστημένα σε πολύ γειτονικές θέσεις και σε κάποιες περιπτώσεις το ένα πάνω στο άλλο μαρτυρούν για την ιστορική συνέχεια του χώρου και την πολιτιστική του ταυτότητα , όπως αυτή προέκυψε μέσα από τις εναλλαγές των εποχών και των πολιτισμών : 

-Τείχη και πύργοι της βόρειας περιτείχισης της αρχαίας πόλης (τείχος Νερατζίχας και πύργος Αγ. Αθανασίου) θεμελιώνουν βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς ναούς (Παναγία Νερατζίχα, 11-12ος αι. και Ναός Αγ. Αθανασίου Ανεμόμυλου, 18ος αι.), -Η Μονή του Αγ. Θεοδώρου, μνημείο Παλαιοχριστιανικής περιόδου (5-6ος αι. μ.Χ.) δίπλα ακριβώς στα ερείπια του μεγάλου δωρικού ναού της Αρτέμιδος Γοργούς, -Το σημαντικότερο μνημείο Παλαιοχριστιανικής περιόδου, η Βασιλική του Ιοβιανού (5ος αι. μ.Χ.), οικοδομημένη πάνω σε ερείπια Ρωμαϊκής Αγοράς, -Το Ηραίον και το Καρδάκι, σημαντικά μνημεία αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου, μέσα στο πρώην βασιλικό κτήμα Mon Repos δίπλα στην έπαυλη του Άγγλου Αρμοστή, που χτίστηκε τον 19ο αι. και σήμερα προορίζεται για Μουσείο, -Το σημαντικότερο μνημείο μέσης Βυζαντινής περιόδου, ο Ναός των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου (100 μ.Χ.),στο κέντρο του Ανεμόμυλου, πολύ κοντά σε όλα τα προηγούμενα.

Διάρκεια περιήγησης: μόνο για τις επισκέψεις χωρίς μετακινήσεις υπολογίστε 2.00 - 2.30 ώρες. 

Η αρχαιολογική περιήγηση αξίζει να εμπλουτιστεί με την επίσκεψη στην Μονή της Θεοτόκου Βλαχέρνας (1685), στην χαρακτηριστική τοποθεσία του Κανονιού και από εκεί με την ευχάριστη μετάβαση με βαρκάκι στο Ποντικονήσι, όπου βρίσκεται ο μικρός Βυζαντινός Ναός του Παντοκράτορα (11-12ος αι.). 

Διάρκεια περιήγησης: υπολογίζοντας και την μετάβαση στο πλοιάριο χρειάζονται περίπου 2.00 ώρες. 

Επισκέπτες με εξειδικευμένο ενδιαφέρων μπορούν ακόμη να επισκεφθούν σειρά άλλων μνημείων, αρχαϊκής , κλασσικής και ελληνιστικής περιόδου, που βρίσκονται διάσπαρτα στον δυτικό περιφερειακό δρόμο της Γαρίτσας, κυρίως ταφικά μνημεία, με σημαντικότερο το Μνημείο Μενεκράτη. 

Η περιηγητική εμπειρία οργανώνεται και συστηματοποιείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στις αίθουσες του οποίου εκτίθενται ευρήματα ανασκαφών των πιο πάνω περιοχών, αλλά και άλλων περιοχών του νησιού. 

Διαδρομές ειδικού ενδιαφέροντος, σε περιοχές όπως : 

- το Δημοτικό Κοιμητήριο : σε ένα ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, στα όρια της Λιμνοθάλασσας, περιέχοντας τον Ι. Ν. Αναστάσεως, έργο του Κερκυραίου αρχιτέκτονα του 19ου αι. Γιάννη Χρόνη, αλλά και σημαντικούς τάφους (δημιουργίες γνωστών καλλιτεχνών), πολλών προσωπικοτήτων. 
- το Εγγλέζικο Νεκροταφείο: στο λόφο των Φυλακών, όπου εκτός από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και το φυσικό περιβάλλον του χώρου, μπορεί κανείς να αποκτήσει εικόνες διαφόρων περιοχών της σύγχρονης πόλης και της Γαρίτσας. 

Διάρκεια περιήγησης: τις επισκέψεις στα δύο νεκροταφεία μπορείτε να τις συνδυάσετε με τη διαδρομή αναγνώρισης Σαρόκκο, Λ. Αλεξάνδρας, Γαρίτσα. Υπολογίστε ότι χρειάζεται να διαθέσετε επιπλέον 1 - 1.30 ώρες. 

Βρείτε μας στο Facebook
Ακολουθήστε μας στο twitter
Λάβετε ειδοποιήσεις RSS