Mητρώο εθελοντών αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών

Συμπληρώστε την αίτηση στη φόρμα εγγραφής για το Μητρώο Εθελοντών Μηχανικών για την Αντιμετώπιση Φυσικών Καταστροφών.

Εγγραφή

Βιντεοσκόπηση

Έρευνα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες των μηχανικών

Συμμετέχετε συμπληρώνοντας τη φόρμα για την Έρευνα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες των μηχανικών.

Συμμετοχή

Εγγραφή στον Κατάλογο Πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Συμπληρώστε την αίτηση για την εγγραφή σας στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του ΤΚ/ΤΕΕ

Εγγραφή

Εγγραφή στα Σ.Υ.Π.Ο.Θ.Α. και Σ.Α.

Συμπληρώστε την αίτηση για την εγγραφή σας στα Συμβούλια Πολεοδομικών θεμάτων & Αμφισβητήσεων – ΣΥΠΟΘΑ και Συμβούλια Αρχιτεκτονικής - ΣΑ

Περισσότερα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΚ/ΤΕΕ

Χώρος που μάγεψε ποιητές και λογοτέχνες, που γέννησε την έμπνευση σε συνθέτες και μουσικούς , που κατέκτησε με την ομορφιά του τους εικαστικούς καλλιτέχνες η Κέρκυρα υπήρξε πάντα κιβωτός των τεχνών και σημείο δημιουργικής επαφής για κάθε πνευματικό άνθρωπο, που στο κάλλος της επένδυσε τις ευαισθησίες του και τη δυνατότητα επικοινωνίας του μέσω του πολιτισμού. Χώρος ιδιαίτερα θελκτικός, που κατορθώνει να τραβήξει με την πρώτη κιόλας ματιά το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη, η Κέρκυρα ήταν φυσικό λοιπόν πέρα από τους ντόπιους καλλιτέχνες, που αποτύπωσαν την ομορφιά της, να μαγέψει όλους όσους βρέθηκαν εδώ έστω και για λίγο. 

Ατμόσφαιρα θολή και υγρή το χειμώνα που δένει αρμονικά με τα παμπάλαια κτίρια και τη μελαγχολία των αναμνήσεων από τις ταραγμένες περιόδους της ιστορίας της, φωτεινή και εορταστική την άνοιξη και το καλοκαίρι που εναρμονίζεται με το πανηγύρι της φύσης και το απέραντο πράσινο των ελαιώνων και των διάσπαρτων κυπαρισσιών δίνει τη δυνατότητα δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο να εμπνευστεί από αυτήν ο καλλιτέχνης αλλά να βιώσει την εσωτερικότητα των ανθρώπων και του τοπίου. 

Σημαντικοί καλλιτέχνες της νεοελληνικής τέχνης που πέρασαν ή έμειναν στον πανέμορφο αυτό χώρο για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα συγκινήθηκαν από την ιδιαιτερότητα του τοπίου της και το αποτύπωναν στο έργο τους. 

Δημιουργοί όπως οι Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Συμεών Σαββίδης, ο Θεόφιλος(Χατζημιχαήλ), ο Βασίλειος Χατζής στη ζωγραφική, ο Δημήτριος Γαλάνης και οΚώστας Γραμματόπουλος στη χαρακτική, ο καθένας με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο και ύφος, έδωσαν μέσα από το έργο τους τη μαγεία του φυσικού ή αστικού τοπίου της Κέρκυρας. Δίπλα σε αυτούς σημαντικοί κερκυραίοι καλλιτέχνες σαν τοΧαράλαμπο Παχή, τον Άγγελο Γιαλλινά, τον Γεώργιο Σαμαρτζή και το Νικόλαο Βεντούρα, για να αναφερθούν μερικοί μόνο, μετέφεραν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του ιδιόμορφου και πανέμορφου πραγματικά χώρου, ο καθένας με την προσωπική μορφοπλαστική του γλώσσα. 

Ο Παχής, ο Χατζής και ο Σαββίδης μας δίνουν μια άποψη της πόλης της Κέρκυρας από το Μον Ρεπό με το Παλαιό Φρούριο να κυριαρχεί στα έργα αυτά, και μέσα από τις προσπάθειες του φαίνονται καθαρά οι διαφοροποιήσεις της γραφής τους και η έμφαση σε άλλα στοιχεία από τον καθένα από αυτούς. 

Στο έργο του Παχή κυριαρχεί ο ιδεαλισμός και η ποιητική διάθεση, η ακρίβεια του σχεδίου και το διάχυτο φως, οι απαλοί χρωματικοί τόνοι και η μικρογραφική διάθεση. 

Ο Χατζής, αντίθετα, ενδιαφέρεται για την ηθογραφική παρουσίαση του θέματος και για το λόγο αυτό τονίζει ιδιαίτερα την ανθρώπινη παρουσία, με τους ψαράδες στο πρώτο επίπεδο να δίνουν τον τόνο. Με τον τρόπο αυτό υποχωρούν τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά και τονίζονται τα ρεαλιστικά με την ανθρώπινη δραστηριότητα να επιβάλλεται στον χαρακτήρα του τοπίου. 

Ο Σαββίδης προχωρεί ακόμη περισσότερο και αποδίδει το ίδιο τοπίο με καθαρά εμπρεσιονιστική διάθεση, φωτεινά χρώματα και ρευστά περιγράμματα σε μια προσπάθεια που καταγράφει τη χρωματική εντύπωση ενός χώρου που πάλλεται. 

Ο Γεώργιος Σαμαρτζής ενδιαφέρεται επίσης για το ηθογραφικό περιεχόμενο με έργα όπως το Λιστόν τη νύχτα ή η Λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου πέρα από την ακρίβεια της περιγραφής και την χρωματική ευγένεια μεταφέρει την ατμόσφαιρα των αρχών του αιώνα και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για το κλίμα της εποχής του. 

Το φυσικό τοπίο της Κέρκυρας παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, έναν από τους γενάρχες των μοντέρνων ρευμάτων της νεοελληνικής τέχνης, ο οποίος έζησε έναν για ένα διάστημα εδώ και γεύτηκε από αυτό. Ξεκινώντας από τα μετεμπρεσιονιστικά ρεύματα ο Παρθένης δίνει στα έργα του με έναν προσωπικό τρόπο το τοπίο στο οποίο κυριαρχούν οι ενιαίες χρωματικές επιφάνειες και οι τονισμένες αντιθέσεις των οξυγώνιων και καθέτων θεμάτων των κυπαρισσιών με τα καμπυλόγραμμα των ελιών και του χώρου, φτάνοντας με τον τρόπο αυτό σε σύνολα που διακρίνονται για την ποιητική τους φωνή. 

Τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Κέρκυρας τονίζει στο έργο του και ο Κώστας Γραμματόπουλος. Χρησιμοποιώντας περισσότερο γραμμικά θέματα και συνδυάζοντας τα με τα συγκρατημένα χρώματα, ενώνοντας φυσικό και αστικό τοπίο και περιορίζοντας την προοπτική απόδοση φτάνει σε διατυπώσεις που διακρίνονται για την απόπειρα καταγραφής του ουσιαστικού περιεχομένου της σύνθεσης. 

Ο ποιητικός χαρακτήρας και ο λυρισμός επικρατούν στο έργο του Νικολάου Βεντούρα, ο οποίος ξεκινά με αφετηρία την οπτική πραγματικότητα αλλά δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή της. Αναζητεί την εσωτερική αρμονία της παράστασης και χρησιμοποιώντας την σχηματοποίηση και σε ορισμένες περιπτώσεις την αφαίρεση φθάνει στην ποιητική ερμηνεία του θέματός του. 

Ο σημαντικότερος όμως εραστής του φυσικού τοπίου της Κέρκυρας αλλά και της ίδιας της πόλης υπήρξε ο υδατογράφος Άγγελος Γιαλλινάς, ο καλλιτέχνης που ύμνησε με τον χρωστήρα του κάθε γωνιά και όψη της. Με έργα που χαρακτηρίζονται για τον λυρισμό και τη δύναμη του χρώματος ο ζωγράφος αποκαλύπτει το πρόσωπο της γοητείας του χώρου και την αρμονία του. 

Συμεών Σαββίδης: Γεννήθηκε στο Τοκατ της Μικράς Ασίας το 1859. Σπούδασε αρχικά στην Αθήνα και ακολούθως στην Ακαδημία του Μονάχου χωρίς όμως να τις ολοκληρώσει παρότι φοίτησε εκεί για σχεδόν επτά χρόνια (1870-1877). Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Μόναχο και στην Αθήνα γύρισε το 1925 για να πεθάνει δυο χρόνια αργότερα το 1927. 

Βασίλειος Χατζής: Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1865 και σπούδασε στην Αθήνα με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Βολονάκη. Ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τη θαλασσογραφία - καραβογραφία, καθώς και με την τοπιογραφία. Πέθανε στην Αθήνα το 1915. 

Γεώργιος Σαμαρτζής: Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1868, ξεκίνησε τις σπουδές του κοντά στον Άγγελο Γιαλλινά, τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη και τον Χαράλαμπο Παχή
και τις συνέχισε στην Νεάπολη στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών με τον Vincenco Marinelli. Επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1890 και 1997 γύρισε στην Κέρκυρα μετά το διορισμό του στη Μέση Εκπαίδευση. Διετέλεσε για σειρά ετών Διευθυντής της Καλλιτεχνικής Σχολής της Κέρκυρας. Πέθανε στην Αθήνα το 1925.

Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ): Γεννήθηκε στη Βαρεία Μυτιλήνης το 1871. Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας ο Θεόφιλος, στην ζωγραφική υπήρξε αυτοδίδακτος. Έζησε στη Σμύρνη τα πρώτα χρόνια της ζωής του από το 1897 στην περιοχή του Βόλου και του Πηλίου και μετά το 1928 επέστρεψε στη Μυτιλήνη, όπου και πέθανε το 1934. 

Κωσταντίνος Παρθένης: Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1878 και σπούδασε στη Βιέννη από το 1897 έως το 1903. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα από το 1911, αρχικά στη Κέρκυρα, όπου γεννήθηκαν τα δύο παιδιά του και από το 1917 στην Αθήνα. Για δεκαοχτώ χρόνια, από το 1929 έως το 1947, ήταν καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1967. 

Δημήτριος Γαλάνης: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1879 και πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον Νικηφόρο Λύτρα στο Σχολείο των Τεχνών. Από το 1899 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι και σπούδασε στην Ecole des Beaux-Arts από το 1900 έως το 1902. Το 1930 ίδρυσε δική του σχολή χαρακτικής στο Παρίσι, ενώ το 1945 εξελέγη καθηγητής της χαρακτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισίου και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1966. 

Νικόλαος Βεντούρας: Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1899 και πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής από τον Άγγελο Γιαλλινά. Στην χαρακτική ήταν αυτοδίδακτος. Χρησιμοποίησε διάφορες τεχνικές και ήταν από τους πρώτους Έλληνες χαράκτες που φιλοτέχνησε έγχρωμες χαλκογραφίες. 

Κώστας Γραμματόπουλος: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1916 και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Ουμβέρτο Αργυρό στη ζωγραφική και τον Γεώργιο Κεφαλληνό στη χαρακτική. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι στις Ecole des Beaux-Arts, Ecole Estenie και Ecole d"Arts et Metiers. Ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλίων ανάμεσά τους και το αλφαβητάριο του Ο.Ε.Δ.D για το οποίο βραβεύτηκε. Επίσης, δίδαξε ως καθηγητής χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. 

Άγγελος Γιαλλινάς: Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1857. Μαθήτευσε αρχικά κοντά στον Χαράλαμπο Παχή και συνέχισε τις σπουδές του στη Βενετία, τη Ρώμη και τη Νεάπολη. Υπήρξε παραγωγικότατος και το σημαντικότερος υδατογράφος της νεοελληνικής τέχνης του 19ου αιώνα. Πέθανε στην Κέρκυρα το 1939. 

Τοπικά Προϊόντα

Στην Κέρκυρα καλλιεργούνται 4,5 εκατομμύρια ελαιόδεντρα και από την παραγωγή του λαδιού αρκετό εξάγεται στην Ευρώπη. Από τα αμπέλια, που το αποτελούν το 7% της καλλιεργήσιμης έκτασης, παράγεται καλής ποιότητας κρασί. Αρκετά μεγάλη είναι η συγκομιδή από εσπεριδοειδή και οπωροφόρα, ενώ υπάρχουν ακόμη αρκετά δημητριακά και κηπευτικά. Στην αγορά της πόλης, κάθε μέρα μικροί παραγωγοί πουλούν φρέσκα λαχανικά, σπιτικό κρασί, αυγά και μυριστικά χόρτα. 

Λάδι και ελιές: από την εποχή των Βενετσιάνων μέχρι σήμερα οι Κερκυραίοι παράγουν άφθονο λάδι. Από τις χαρακτηριστικές μικρές μαύρες ελιές, που είναι νοστιμότατες και τρώγονται σκέτες ή γαρνιρισμένες στη σαλάτα. 

Κρασί: τα κερκυραϊκά αμπέλια είναι φυτεμένα με μεγάλο αριθμό ποικιλιών πολύ καλής ποιότητας. Το καλύτερο θεωρητικά κρασί προέρχεται από πλαγιές με ξερό έδαφος, όπως οι περιοχές γύρω από τους Πάγους, τους Λιαπάδες, τους Σιναράδες και το Πεντάτι, αν και εξ ίσου σημαντική με το έδαφος, είναι η γνωστή και η εμπειρία του παραγωγού. Ο Κακοτρύγης, με σκληρά κοτσάνια που τρυγιούνται δύσκολα (κρασί λευκό, με λεπτό και διαρκές άρωμα), το Μοσχάτο, έντονα αρωματικό λευκό κρασί, τοΠετροκόριθο, κόκκινο μπρούσκο κρασί πολύ καλής ποιότητας, το Σκοπελίτικο, που το τραγουδάνε στον Άνω Γαρούνα, το ροζάκι, το μαρτζαβί, η φειδιά, η κοκκινομουστίτσα, το ξίπλεκο, το Αρκαδινό, ο Κοργιανίτης, το Αφιόνι, ο Αγούμαστος, η αλεπούρα και ηΠινπινιόλα, είναι οι ποικιλίες που συμπληρώνουν τον αμπελουργικό χάρτη της Κέκρυρας. 

Αλλαντικά: ανθούν ακόμα, μικρές βιοτεχνίες παραγωγής αλλαντικών, με κορυφή τοσαλάδο (ντόπιο σαλάμι) και το νούμπουλο φουμικάδο, άριστης ποιότητας, από χοιρινό καπνιστό κόντρα φιλέτο, που φτιάχνεται παραδοσιακά στην περιοχή του Όρους. Στην ίδια περιοχή φτιάχνουν σαλάδο και σπιτικά λουκάνικα

Γαλακτοκομικά: παλιότερα η Κέρκυρα είχε παγκόσμια φήμη για την παραγωγή άριστης ποιότητας αγελαδινού βουτύρου και εξαιρετικής ποιότητας γραβιέρα. Σήμερα μικρές οικοτεχνίες παράγουν, σε εξαιρετικά χαμηλές ποσότητες άριστης ποιότητας, γαλακτοκομικά προϊόντα. 

Κερκυραϊκές φράουλες: ποικιλία από μικροσκοπικές φράουλες (σαν αγριοφράουλες) με υπέροχο άρωμα. Αξίζει τον κόπο να τις αναζητήσετε την εποχή του (Μάϊος). 


Τοπικές ιδιαιτερότητες

Κουμ-κουάτ: ο καρπός του δέντρου citrus Japonica, που ήρθε από την Ιαπωνία μόλις το 1846 και φυτεύτηκε πειραματικά στην Κέρκυρα, από τους Εγγλέζους. Έκτοτε τα παρασκευάσματά του λικέρ, φρουί γκλασέ και γλυκό του κουταλιού, πωλούνται σε κάθε μαγαζί και τα αγοράζουν οι πάντες. 

Τσιτσιμπύρα:το σήμα κατατεθέν των Επτανήσων από την εποχή των Εγγλέζων, φτιάχνεται σήμερα μόνο στην Κέρκυρα. Με χυμό λεμονιού, φυσικό λεμονέλαιο, τριμμένο τζίντζερ άριστης ποιότητας, νερό και ζάχαρη. Μία μικρή βιοτεχνία του νησιού "ζυμώνει" στα καζάνια της το ιστορικό αναψυκτικό. Νοστιμότατη και ξεδιψαστική, κυκλοφορεί στα καφενεία από το Πάσχα ως το Φθινόπωρο και λόγω της μεγάλης ζήτησης θα την πιείτε φρέσκια. Οι υπεύθυνοι παρασκευής, βεβαιώνουν ότι μπορεί να διατηρηθεί για ένα χρόνο μέσα σε ψυγείο, ενώ έχει διαπιστωθεί πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Έχει βρεθεί μπουκάλι με τσιτσιμπύρα 40 χρόνων μέσα σε πηγάδι, όπου τότε συνήθιζαν να τις αποθηκεύουν. 

Συκομαϊδα: ή συκόπιτα, φτιαγμένη από μούστο και ξεραμένα σύκα κι αρωματισμένη με γλυκάνισο, πιπέρι και ούζο, πουλιέται ακόμη σε λιγοστά μανάβικα της πόλης ως επιδόρπιο το οποίο μπορεί να συνοδέψει και ουζάκι. 

Όμηρα: είναι ένα χορταρικό που μοιάζει με μάραθο, φυτρώνει στα βράχια της θάλασσας και στα ψαροχώρια συνηθίζουν να το κόβουν και να το σερβίρουν με λαδόξιδο για σαλάτα. 

Τζίντζολα ξερή: αποξηραμένα τζίτζιφα με σταφίδες και σουσάμι που σερβίρεται ως επιδόρπιο σε όσους δεν τελείωσαν το κρασί τους. 


Φαγητό

Με τυπικά μεσογειακά χαρακτηριστικά (κοινή βάση το λάδι, τα λαχανικά και τα ζυμαρικά που συνοδεύονται από μυρωδικά όπως: το σκόρδο, ο μαϊντανός και μπαχαρικά όπως: το πιπέρι, το κοκκινοπίπερο, η κανέλλα και το γαρύφαλλο), η κερκυραϊκή κουζίνα αναδεικνύει τις ξεχωριστές πολιτιστικές επιδράσεις που δέχτηκε το νησί. Άλλωστε ένας πολιτισμός είναι εύκολα αναγνωρίσιμος στους τρόπους διατροφής και εκείνους της παρασκευής του φαγητού και των εδεσμάτων. 

Η αστική κουζίνα (της χώρας όπως συνηθίζεται να λέγεται), έχει καθαρά βενετσιάνικες επιρροές. Οι μανέστρες, τα σπαγγέτα, οι τρόποι μαγειρέματος των ψαρικών και των κρεατικών, κάποια χαρακτηριστικά γλυκά όπως: η φογάτσα, οι μάντολες, το μαντολάτο, οι κολομπίνες, ακόμα και τα σταφιδόψωμα (κλασσικά απαραίτητο πρόγευμα "μαρέντα" των παιδιών για το σχολείο μέχρι πρόσφατα). 

Από την Αναγέννηση η Βενετία ήταν το ευρωπαϊκό κέντρο διακίνησης των μπαχαρικών και της ζάχαρης. Έτσι η μελετημένη χρήση των μπαχαρικών από τους Κερκυραίους, έχει βαθιές ρίζες. Το ίδιο και η χρήση της ζάχαρης για την παρασκευή γλυκών και εδεσμάτων, αποτελεί παράδοση που εξελίχθηκε κυρίως στα τέλη του 19ου αι. όταν η Κέρκυρα έγινε θέρετρο αναψυχής και ο τόπος εξοχικής κατοικίας της Βασιλικής οικογένειας. Με την παραμονή της τελευταίας στην πόλη, έγιναν γνωστές "αυστριακές τεχνικές παρασκευής ειδών ζαχαροπλαστικής, όπως οι γνωστές τούρτες μπαβαρουάζ, νουγκατίνα, σοκολατίνες κ.λ.π. και οι γνωστές σε όλους μας "πάστες". 

Τα 50 χρόνια της "Αγγλικής Προστασίας" είχαν λιγοστές επιδράσεις. Οι Άγγλοι άφησαν μόνο μερικά γλυκά και την "τσιτσιμπύρα". Το χρονικό διάστημα που παρέμειναν οι Γάλλοι ήταν πολύ μικρό για να αφήσει επιρροές. 

Η κουζίνα της υπαίθρου ήταν φτωχική και με περιορισμένα γεωργικά προϊόντα, μια και οι Βενετοί είχαν επιβάλλει τη μονοκαλλιέργεια της ελιάς στο νησί. Το κρασί όμως ήταν πάντοτε άφθονο. Το καλαμπόκι, η ντομάτα, τα φασόλια, οι πατάτες και οι πιπεριές έγιναν αργότερα γνωστά. Η Κερκυραϊκή γη, ιδιαίτερα εύφορη, προσδίδει ιδιόμορφη νοστιμιά σε όλα τα ντόπια οπωροκηπευτικά που άρχισαν να γίνονται γνωστά. 

Η Ελληνική κουζίνα και κυρίως η κουζίνα Τουρκικής προέλευσης διαδίδεται με τους Ηπειρώτες που έρχονται από την Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στην πραγματικότητα όμως η μαζική διάδοση της κλασσικής Ελληνικής κουζίνας πραγματοποιείται μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Ορισμένα χαρακτηριστικά πιάτα της Κερκυραϊκής κουζίνας: 

Κρεατικά

Παστιτσάδα: (Βενετσιάνικης προέλευσης), είναι το πιο δημοφιλές φαγητό στην Κέρκυρα και προσφέρεται σε επίσημα γεύματα και γιορτές. Η σπιτική παστιτσάδα στην πόλη γίνεται με μοσχαρίσιο κρέας (συνήθως μπούτι) παραγεμισμένο με λεπτοκομμένο σκόρδο μαϊντανό και αλατοπίπερο. Στη σάλτσα ντομάτας χρησιμοποιούνται λάδι, κρεμμύδι, κανέλα, γαρύφαλλο (μπρόκες) και αλατοπίπερο. Σερβίρεται με χονδρά μακαρόνια. Η χωριάτικη παστιτσάδα γινεται με κόκορα, λέγεται δε ότι είναι καλομαγειρεμένη, μόνον όταν η σάλτσα είναι τόσο πηκτή που να αφήνει κόκκινα μουστάκια. Υπάρχουν ακόμα και παραλλαγές παστιτσάδας με ψαρικά. Μια από τις πιο εκλεπτυσμένες εκδοχές είναι ο "αστακός παστιτσάδα". Το συγκεκριμένο πιάτο αξίζει να το αναζητήσετε. 

Σοφρίτο: (Βενετσιάνικης προέλευσης), λεπτές φέτες μοσχαρίσιου κρέατος στην κατσαρόλα με άσπρη σάλτσα, ψιλοκκομένο σκόρδο, μαϊντανό, άσπρο πιπέρι και ξύδι. 
Σερβίρεται με πουρέ πατάτας ή ρύζι. 


Ψαρικά

Μπουρδέτο: (Βενετσιάνικο), συνήθως σκορπιός ή γαλέος με κόκκινη καυτερή σάλτσα (πολύ κοκκινοπίπερο και καυτερή πιπεριά) που σβήνεται στο τέλος με χυμό φρέσκου λεμονιού. Το καλύτερο "μπουρδέτο" φτιάχνεται στο Μαντούκι. 

Σαβόρο ή Σαβούρο: (παραδοσιακό Βενετσιάνικο "Sardine in soor"), φαγητό των ναυτικών, πρόκειται για μικρά τηγανητά ψάρια, συνήθως σαρδέλες αλλά και γόπες ή μεγάλες μαρίδες, μαριναρισμένες σε άσπρη σάλτσα με ψιλοκομμένο σκόρδο, δεντρολίβανο, ξύδι και μαύρες σταφίδες. Το καλό σαβούρο λέγεται ότι πρέπει να έχει διατηρηθεί τουλάχιστον για μια εβδομάδα. 

Μπιάνκο: (Βενετσιάνικο). Μπιάνκο θα πει άσπρο στα ιταλικά και πρόκειται συνήθως για μπακαλιάρο ή γαλέο με πατάτες στην κατσαρόλα με άσπρη σάλτσα. Η σάλτσα: ψιλοκκομένο σκόρδο, μαϊντανός, χυμός λεμονιού και βέβαια πιπέρι. 

Μπακαλιάρος με αγιάδα: (agllo θα πει σκόρδο στα ιταλικά, εξ"ου και η αγιάδα), πρόκειται για το γνωστό τηγανητό μπακαλιάρο με σκορδαλιά. Η διαφορά στον τρόπο μαγειρέματος από την υπόλοιπη Ελλάδα έγκειται στην παρασκευή της σκορδαλιάς: πρόκειται για σκορδαλιά από αμύγδαλα, ψωμί, λάδι και ξύδι. 

Στακοφύσι: (γνωστό από την εποχή των Βενετσιάνων νωρίς το Μεσαίωνα, μόνο το όνομα είναι δανεισμένο από την Αγγλική stock-fish. Πρόκειται για τον "ξερό" (αποθηκευμένο ξεραμένο) μπακαλιάρο, που για να φαγωθεί τον αφήνουν σε ανανεούμενο θαλασσινό νερό. Σωταρισμένα κομμάτια μπακαλιάρου με κρεμμύδι και κοκκινοπίπερο μαγειρεύονται στην κατσαρόλα με σάλτσα ντομάτας και πράσα. Ήταν η εκδοχή του μπουρδέτου για τους πλουσίους. 


Πουλερικά

Σούπα αυγολέμονο: από κόκορα ή κότα (ελεύθερης βοσκής), γίνεται και από κρέας μοσχαρίσιο ή και συνδυασμό. Είναι το παραδοσιακό κερκυραϊκό φαγητό της Κυριακής του Πάσχα (πριν την εδραίωση του αρνιού στη σούβλα), αλλά και των Χριστουγέννων (σε αυτήν την περίπτωση προσθέτονται οι φτερούγες και ο λαιμός της γαλοπούλας για περισσότερη νοστιμιά). Για να είναι καλό το αυγολέμονο, πρέπει να έχουν "χτυπηθεί" πολύ καλά, ξεχωριστά. 

Κότα μπολίδα παραγιομιστή: Στα κορφιάτικα σπίτια την "πρώτη του χρόνου. Κοτόπουλο που προηγουμένως παίρνει μερικές βράσεις στην κατσαρόλα για την παρασκευή της σούπας, μετά ψήνεται στο φούρνο, Πρόκειται για το παραδοσιακό ελληνικό πιάτο της Πρωτοχρονιάς, με παραλλαγή σίγουρα στη γέμιση του πουλερικού. 


Εντόσθια

Χορδές ή γαρδούμπες: (χορδήν έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες χορδούσιν οι Βυζαντινοί, γαρδούμπες οι Νεοέλληνες). Εντόσθια αρνιού (σικώτι, γλυκάδια, πνευμόνια) πλεγμένα και δεμένα κόμπο με αρνίσια έντερα πασπαλισμένα με πολύ πιπέρι, ρίγανη, λάδι και λεμόνι στο φούρνο ή στα κάρβουνα. Από τους νοστιμότερους μεζέδες στις παλιές μπυραρίες. 

Τσιλίχουρδα: (από τις χορδές που είναι τα έντερα του αρνιού) παραλλαγή της παραδοσιακής πασχαλινής μαγειρίτσας. Η διαφορά από την υπόλοιπη Ελλάδα: δεν πρόκειται για σούπα, είναι τα εντόσθια το αρνιού πιο χονδροκομμένα από εκείνα της μαγειρίτσας με πηχτή σάλτσα αυγολέμονο χωρίς ρύζι. 

Φιγαδέλια: (figa, είναι το συκώτι στα Βενετσιάνικα), πρόκειται για ακόμη άλλο ένα νοστιμότατο μεζέ. Κομμάτια μοσχαριού συκωτιού περιτυλιγμένα σε "μπόλια" αρνίσια, αφού προηγουμένως πασπαλιστούν με μυρωδικά και μπαχαρικά: ψιλοκομμένο σκόρδο, ρίγανη, αλατοπίπερο και κανέλλα, γίνονται ψητά στα κάρβουνα. 

Συκώτι τηγανητό: Συκώτι τηγανητό με κρεμμύδια σε ροδέλες, σβησμένο με κρασί και πασπαλισμένο με ψιλοκομμένο μαϊντανό. 


Λαχανικά

Μελιτζάνες παστρόκιο: (στο φούρνο) μελιτζάνες τηγανιτές, πασπαλισμένες με τυρί (κεφαλοτύρι τριμμένο) σε στρώσεις, ανάμεσα αυγά βραστά σε ροδέλες, παντσέτα ή χοιρομέρι, σαλάδο, περιχυμένες με σάλτσα ντομάτας. Για τη σάλτσα: ντομάτα, κρεμμύδι, λάδι, λίγη ζάχαρη, βασιλικός. 

Κολοκυθοπερίσταση: (στο φούρνο) κολοκύθια, μελιτζάνες, πατάτες, ντομάτες, κομμένα σε ροδέλες με λάδι, αλατοπίπερο και μαϊντανό ψιλοκομμένο. Μια παραλλαγή του μπριάμ. 

Τσιγαρέλι: αγριόχορτα τσιγαριστά με ψιλοκομμένο σκόρδο και κόκκινο καυτερό πιπέρι.

Αγριολάχανα: (άγρια χόρτα): τυπικό καθημερινό φαγητό αγροτικής οικογένειας. Αφού τα βράσουν τα σερβίρει η νοικοκυρά σε βαθύ πιάτο μαζί με το ζουμί τους (τον λεγόμενο θερμό) προσθέτοντας από πάνω πολύ λεμόνι, φρέσκο λάδι και κρασί. Η παράδοση θέλει τον αγρότη να πίνει τη σούπα αυτή και μετά να ανανεώνει το λάδι και το λεμόνι και να απολαμβάνει τα αγριολάχανα πίνοντας 2-3 κούπες κρασί (απ"το ποτήρι αυτή τη φορά). 

Ρόκα ή Ρούκαλα: (όμορφη πολύχρωμη δροσερή σαλάτα) Φρέσκα φύλλα ρόκας, φέτες κρεμμύδι, λάδι, αλάτι, ξύδι, φέτες ντομάτας σε ροδέλες και λίγες ελιές. 


Όσπρια

Φασούλια με πετσαλίνα: (Βενετσιάνικο) πρόκειται για φασόλια με χοιρομέρι (πηχτή σούπα). Στην κατσαρόλα φασόλια ξερά, λάδι, κρεμμύδι, χοιρομέρι σε κύβους, δεντρολίβανο και αλατοπίπερο, προαιρετικά ζωμό ντομάτας. 


Ζυμαρικά - Ρύζια ή Ριζότα

Τα σπαγέτα και οι μανέστρες, όπως και στην Ιταλία σερβίρονται σαν πρώτο πιάτο ενός γεύματος. 

Μανέστρα κολοπίμπιρι: κριθαράκι με κόκκινη σάλτσα, κανέλλα, γαρύφαλλα και πολύ κοκκινοπίπερο. 

Παστίτσιο της νόνας: (νόνα είναι η γιαγιά) πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή παστίτσιου με φύλλα στο φούρνο. Η διαφορά από την υπόλοιπη Ελλάδα έγκειται κατ" αρχήν στο ότι τα μακαρόνια είναι περιτυλιγμένα σε φύλλα σαν πίτα, αλλά κυρίως στο ότι αντί για κιμά, τα μακαρόνια (χονδρά και μακριά) ανακατεύονται με αυγά χτυπημένα , τυρί τριμμένο, "σούγο" (σάλτσα) από κοτόπουλο ή κρέας ρόστο, ανάμεσα λίγο μπίζι (μπιζέλια), χοιρομέρι και ψιλοκομμένα κομμάτια κοτόπουλου και κρέατος αρνίσιου ή μοσχαρίσιου, προαιρετικά αυγά βραστά και σαλάδο. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για περισσεύματα φαγητών ξαναζεσταμένα (ριμπολίδα) που οι σοφές νόνες ήξεραν πολύ καλά να μην πάνε χαμένα. Αποτελούσε συνήθως το πρώτο πιάτο ενός κυριακάτικου μεσημεριανού γεύματος σε μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση ολόκληρης της οικογένειας. 

Πίτα με ρύζι: ιδιόμορφη εκδοχή πίτας με ανοιγμένο φύλλο ζύμης, ρύζι και ψιλοκομμένα κομμάτια αρνί σοταρισμένα με βούτυρο, κρεμμύδι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο, κανέλλα και ψιλοκομμένο μαϊντανό. Η πίτα πριν μπει στο φούρνο περιχύνεται με 2 αυγά χτυπημένα, 1 ποτήρι γάλα και αλατοπίπερο. 


Γλυκά-Παγωτά

Από παλιά η Κέρκυρα φημιζόταν για το καλό γλυκό και το παγωτό της. Μαγαζιά εποχής, είχαν "μυστικές συνταγές" και ο απογευματινός περίπατος συνήθως, κατέληγε σε κάποιο καφεζαχαροπλαστείο για μόκα ή κασάτο. Τα παγωτά φτιάχνονταν με φρούτα εποχής, όπως οι φραουλίτσες (μικρές αρωματικότατες φράουλες), οι γιαρμάδες και τα βερίκοκα. 
Επίσης, υπάρχει το φοβερό παγωτό κρέμα με την παχιά, γεμάτη βούτυρο γεύση του, η σοκολάτα και η μόκα με σαντιγί. Ο Αντρανίκ στα Μουράγια, ο Ζήσιμος στο Λιστόν, και ο Τσιμής στην Καποδιστρίου έφτιαχναν μόνοι τους, με αυτές τις περίφημες "μυστικές συνταγές", τα καλύτερα παγωτά. 

Μαντολάτο: γλύκισμα φτιαγμένο με ταχίνι, μέλι και ολόκληρα αμύγδαλα. 

Κέικ: συνήθως με φρούτα (μεταξύ των οποίων και περγαμόντο), γνωστά ως plum cake.

Πάστα φλόρα: καθημερινό, "εύκολο" γλυκό με ζύμη και μαρμελάδα, ευρέως διαδεδομένο στα Επτάνησα. 

Πουτίγκα: η εμφανής βρετανική επιρροή. Οι καλές νοικοκυρές, δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, της οποίας η προετοιμασία ξεκινάει ένα μήνα πριν! 

Φογάτσα: ένα είδος τσουρεκιού βενετσιάνικης προέλευσης, που θα βρείτε ακόμα και σήμερα, σε παραδοσιακούς φούρνους του νησιού και της πόλης. 

Κρέμες και ρυζόγαλα: νόστιμα και φρεσκοφτιαγμένα, κάτι που σπανίζει πια στη σύγχρονη Ελλάδα, υπάρχουν σε πολλά γαλακτοπωλεία της πόλης. 

Τηγανίτες τ' Αγιού: πρόκειται για τους πασίγνωστους λουκουμάδες, που παραδοσιακά φτιάχνονταν ευρέως στην Κέρκυρα. Τώρα δε φτιάχνονται παρά στη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα, οπότε και θα τις βρείτε παντού, γιατί το έθιμο τις απαιτεί. Παλαιότερα, στο δρόμο δίπλα από την εκκλησία του Αγίου, υπήρχαν 2-3 μαγαζιά που πουλούσαν τις τηγανίτες σε λαδόκολλα. 

Κολομπίνα: χριστόψωμο σε σχήμα περιστεριού, που συνηθιζόταν πολύ στα χρόνια των Βενετσιάνων. 

Μάντολες: καβουρδισμένο και καραμελωμένο αμύγδαλο, θα το βρείτε ακόμα και σήμερα σε πολλά ζαχαροπλαστεία της πόλης. 

Η περιήγηση στην πόλη της Κέρκυρας, είναι η ιδανική αναψυχή, εφόσον μάλιστα συνοδεύεται από πλήθος πολιτιστικών ερεθισμάτων και από εξαιρετικά καταστήματα που προσφέρουν φαγητό, καφέ ή ούζο. Οι πολιτισμοί που διασταυρώθηκαν στο χώρο της έχουν αφήσει έντονα το χαρακτηριστικά τους και ανάμεσα σε αυτά ζουν, δουλεύουν και τα χαίρονται οι σημερινοί κάτοικοι.

Γήπεδα τένις και γκολφ, ιππικοί όμιλοι, σχολές ιστιοπλοΐας και κατάδυσης, οργανωμένοι πεζοπορία, παρακολουθήσεις πουλιών και ό,τι άλλο φανταστεί η καλοκαιρινή διάθεση εδρεύει σ' αυτή τη πόλη. Παραδοσιακά ταβερνάκια, καλά εστιατόρια και μεζεδοπωλεία, εμπνευσμένα από τη μακραίωνη κερκυραϊκή παράδοση, αλλά και από διεθνή κουζίνα. Η νυχτερινή διασκέδαση σε κλαμπ, μπαρ και ελληνικάδικα, υπογραμμίζει αυτό που στην Ελλάδα αποκαλείτε ξεφάντωμα. 

Απ' αυτά το ¨Art Cafe¨, το Καφέ Τέχνης του Δήμου Κερκυραίων, μέσα στους κήπους των Ανακτόρων με δροσιά και εξαίσια θέα , προσφέρει καφεδάκι ή ουζάκι, κάτω από σπάνιο αφρικανικό δέντρο. Το εσωτερικό του cafe, είναι διακοσμημένο με έπιπλα της πρώην βασιλικής οικογένειας. Εδώ, στεγάζεται και η Gallery, όπου πραγματοποιούνται σε μόνιμη βάση εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας σύγχρονων Κερκυραίων καλλιτεχνών. 

Το Λιστόν, στη δυτική πλευρά της Σπιανάδας, θυμίζει έντονα τη Rue de Rivoli του Παρισιού και είναι κλασσικός χώρος κοινωνικής συνάντησης. Εφημερίδες από τα διπλανά περίπτερα και καφές ή ουζάκι στα καθιερωμένα cafe, παρακολουθώντας τα απομεσήμερα του Σαββάτου παγκόσμιους αγώνες cricket. Από εδώ θα παρελάσουν οι φιλαρμονικές, οι Μαζορέτες, οι Λιτανείες.

Τα Μουράγια είναι μια από τις ομορφότερες τοποθεσίες της παλιάς πόλης, το πρώτο σημείο που φαίνεται μόλις το ferry boat στρίψει από το Φρούριο. Πρόκειται για την οδό Αρσενίου που ξεκινά από τα Ανάκτορα και ¨πατώντας¨ πάνω στα παραλιακά τείχη και κατεβαίνει μέχρι το Παλιό Λιμάνι. 

Κάτω από την επιφάνεια της οδού Αρσενίου μετά το Ανάκτορο βρίσκεται η πύλη του Αγίου Νικολάου στην τοποθεσία Φαληράκι. Εκεί θα βρείτε τις λουτρικές εγκαταστάσεις των ¨Μπάνιων του Αλέκου¨ και το κτιριακό συγκρότημα του ¨Ιονικού Πολιτιστικού Κέντρου¨. Μέρος του συγκροτήματος αποτελεί και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Εκεί, κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα βρίσκονται το αναψυκτήριο ¨Εν Πλω¨ και το εστιατόριο ¨Φαληράκι¨ με μοναδική θέα το Παλαιό Φρούριο και το νησί του Βίδο. 

Το νησάκι του Βίδο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Παλαιό Λιμάνι της πόλης σε απόσταση μόλις 1.200μ. Παρουσιάζει αρκετά έντονο ανάγλυφο, με δύο λόφους όπου βρίσκονται οι κύριες οχυρώσεις. Είναι ιδανικός χώρος αναψυχής για τους φυσιολάτρες, συνδυάζοντας παρθένα φύση και θάλασσα σε τόσο μικρή απόσταση από την πόλη. Από το 1985 είναι στη δικαιοδοσία του Δήμου Κερκυραίων και σήμερα λειτουργεί ένα πολύ ωραίο cafe bar-εστιατόριο. Υπάρχουν επίσης δύο παραλίες για μπάνιο, και πλούσιο δίκτυο μονοπατιών για περιήγηση από άκρη σ' άκρη. Καραβάκια από το Παλαιό Λιμάνι (Σπηλιά) εκτελούν καθημερινά δρομολόγια στο νησί. 

Το Μαντούκι, απέναντι από το Νέο Λιμάνι είναι ένα από τα όμορφα παλιά και γραφικά προάστια της πόλης και η βόλτα στο εσωτερικό του δρόμου θα σας αποκαλύψει τα παλιά σπίτια, τα παλιά εργοστάσια , τα παραδοσιακά μαγαζιά, τις καλές ταβέρνες και ψησταριές. 

Η Γαρίτσα και ο Ανεμόμυλος είναι δύο ακόμη ιστορικά προάστια της πόλης με χαρακτηριστικά παραδοσιακής, λαϊκής, κερκυραϊκής γειτονιάς με ταβέρνες και ψησταριές που βγάζουν τραπεζάκια κάτω από τα δέντρα με σουβλάκι και μπυρίτσα. 

Η νυχτερινή ζωή της Κέρκυρας ξεκινά από τα κλασσικά cafe του Λιστόν με ουζάκι , τσιτσιμπύρα και παγωτό και μπορεί να συνεχισθεί στην πλατεία Δημαρχείου, σ' ένα εξαίσιο περιβάλλον όπου εστιατόρια με στυλ θα σας προσφέρουν στιγμές άλλων εποχών. 

Διάσπαρτα μέσα στα καντούνια της πόλης υπάρχουν ταβερνάκια, εστιατόρια με καθαρά τοπική κουζίνα αλλά και αυθεντικά ιταλικά εστιατόρια - κουζίνα που θεωρείται στενά συγγενική με την κερκυραϊκή. Μία συγκέντρωση τέτοιων μαγαζιών θα βρείτε στη περιοχή της Πόρτα Ρεμούντα, ανηφορίζοντας την οδό Γκιλφορδ από την Πλατεία Δημαρχείου. 

Μία ολοκληρωμένη βραδιά θα πρέπει οπωσδήποτε να περάσει από ευθείες: στο εμπορικό κέντρο στο Μαντούκι απέναντι από το τελωνείο του λιμανιού, ξεκινά η ευθεία , ένας ίσιος δρόμος γεμάτος bar.Με το καρνάγιο και τις ψαρόβαρκες απ' τη μία μεριά , τα bar και τα club απ' την άλλη. Μαγαζιά για κάθε γούστο.Rock, Soul, Trans, Underground και Ελληνικά μπερδεύονται σε μαγαζιά με κήπους, με μπαλκόνια με Φοίνικες και με πολύ κόσμο. Εδώ το γλέντι κρατάει ως το πρωί. Όποιος μπει σε αυτή την ευθεία δύσκολα θα βγει πριν το ξημέρωμα. 

Λίγο πριν ξυπνήσει το νησί , μπορείτε να περπατήσετε στην παλιά ήσυχη πόλη, μακριά από την τουριστική πολυκοσμία της ημέρας, για να δείτε το Ανάκτορο και τα Φρούρια με το πρώτο Φως του ήλιου. Παρέα με τα περιστέρια, οι μοναδικοί περιπατητές στα καντούνια έχετε όλη τη πόλη στη διάθεσή σας. Η βόλτα αυτή την ώρα έχει άρωμα από γιασεμί και αγιόκλημα ανάκατο με υγρασία από τα παλιά υπόγεια .Ο ήχος της Πόλης είναι ο ψίθυρος των μυστικών της που αιώνες φυλάγονται δω μέσα και μόνο την αυγή βγαίνουν για να μεθύσουν και να πλανέψουν τους ανυποψίαστους διαβάτες.

Περισσότερα Άρθρα...

Βρείτε μας στο Facebook
Ακολουθήστε μας στο twitter
Λάβετε ειδοποιήσεις RSS